Η ισταμίνη είναι μία αμίνη που παράγεται στους οργανισμούς από την αποκαρβοξυλίωση της ιστιδίνης. Είναι όπως λέμε μια βιογενής αμίνη (-τριαμίνη). Οι αμίνες είναι οργανικές ενώσεις που έχουν χαρακτηριστική ομάδα αζώτου συνδεδεμένη με άτομα άνθρακα και ίσως με υδρογόνο) Η ιστιδίνη είναι ένα από τα αμινοξέα που χρησιμοποιούν οι οργανισμοί για να παράγουν τις πρωτεΐνες τους και λαμβάνεται με την τροφή είτε παράγεται από τον οργανισμό (δεν είναι απαραίτητο αμινοξύ).
Σε ερώτηση για τη δράση της ισταμίνης στην πιστοποίηση, μπορούμε δώσουμε κάποιες απλές πληροφορίες όπως παρακάτω χωρίς να αναφερθούμε στη χημεία της.
Ερώτηση πιστοποίησης 195 Τεχνικός Φαρμάκων Καλλυντικών και Παρεμφερών Προϊόντων. Ερώτηση πιστοποίησης 259 Βοηθός Φαρμακείου: Τι γνωρίζετε για τη δράση της Ισταμίνης.
Η ισταμίνη βρίσκεται μέσα σε όλους τους ιστούς αποθηκευμένη σε κοκκία ως αδρανές σύμπλοκο. Σε υψηλότερο ποσοστό βρίσκεται στον πνεύμονα, στο δέρμα, στη γαστρεντερική οδό και στις απολήξεις των νευρώνων. Η ισταμίνη συνδέεται πρωτίστως με τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Συμμετέχει στο μηχανισμό του ύπνου, της έκκρισης οξέος του στομάχου και ρυθμίζει την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών (όπως ακέτυλοχολίνη, σεροτονίνη). Απελευθερώνεται κατά τη δράση των αλλεργιογόνων, όταν τα κύτταρα καταστρέφονται από το ψύχος, από κάποιο τραυματισμό, τα βακτήρια, τις τοξίνες.
Η ισταμίνη αναφέρεται και ως τοπική ορμόνη γιατί δρα στους ιστούς στους οποίους παράγεται. Η απελευθέρωση της ισταμίνης δίνει το μήνυμα ότι υπάρχει πρόβλημα στην περιοχή τοπικά, προκαλώντας κοκκίνισμα, πρήξιμο, κνησμό και πόνο (φλεγμονώδεις καταστάσεις). Όταν ταξιδεύει σε όλο το σώμα, με την κυκλοφορία του αίματος, μπορεί να προκαλεί πονοκέφαλο, αγγειοδιαστολή, βουλωμένη μύτη, ρινική καταρροή, φαγούρα και πρήξιμο κάτω από τα μάτια.
Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να καταπολεμηθούν (θεραπευτούν), με τη χρήση ειδικής κατηγορίας φαρμάκων που εμποδίζουν τη δράση της ισταμίνης και για αυτό ονομάζονται αντιισταμινικά. Τα αντιισταμινικά χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της αλλεργικής ρινίτιδας και της αλλεργικής επιπεφυκίτιδας, του κνησμού κτλ.
