Το πιγμέντο είναι μετάφραση του όρου pigment, που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατηγορία χρωστικών υλών σε σκόνη, που είναι αδιάλυτες στο νερό ή στο μέσο/φορέα που το περιέχει. Τα πιγμέντα συνήθως χρησιμοποιούνται σε διασπορά (στερεό σε υγρό)/γαλακτώματα, όπως οι τέμπερες.
Στη βιομηχανία χρωμάτων μιλάνε για dyes and pigments. Τα χρώματα (dyes) είναι χρωστικές, διαλυτές στο νερό ή σε οργανικούς διαλύτες και βάφουν τα υποστρώματα διαποτίζοντας τα. Τα πιγμέντα είναι αδιάλυτα σωματίδια σε διασπορά, που παραμένουν στις επιφάνειες καθώς το μέσο διασποράς προσκολλάται/στεγνώνει/εξατμίζεται. Η διασπορά των πιγμέντων σε ρευστά πλαστικά (πολυμερή), ή άλλα ρευστά υλικά, έχει σαν αποτέλεσμα το χρωματισμό τους κάνοντάς τα αδιαφανή.
Συνήθως στις βιομηχανίες φαρμάκων και καλλυντικών χρησιμοποιούνται τα πιγμέντα για να δώσουν χρώμα, αδιαφάνεια και κάλυψη. Στα προϊόντα μακιγιάζ, τα πιγμέντα χρησιμοποιούνται για να καλύπτουν τις επιφάνειες των νυχιών και του δέρματος χωρίς να τα διαποτίζουν, και έχουν σταθερότητα και διάρκεια.
Σε σχετική ερώτηση πιστοποίησης μπορούμε να απαντήσουμε, με απλό τρόπο, όπως παρακάτω:
Τι ονομάζουμε Πιγμέντο; Ερώτηση πιστοποίησης 153Β Τεχνικός Φαρμάκων Καλλυντικών και Παρεμφερών Προϊόντων
Πιγμέντο είναι χρωστική ύλη σε σκόνη, ή αδιάλυτη σε διασπορά, που μπορεί να χρωματίσει άλλα υλικά με κάλυψη, χωρίς διαφάνεια.
Ο όρος χρησιμοποιείται και στη βιολογία για σωματίδια ή ουσίες που χρωματίζουν τους ζωικούς και φυτικούς ιστούς, όπως η μελανίνη, το καροτένιο, η χλωροφύλλη και άλλα.

