Σε όλα τα προϊόντα που περιέχουν νερό, υπάρχει ο κίνδυνος να αναπτυχθούν μικρόβια και να προκαλέσουν προβλήματα υγείας στο άτομο που τα χρησιμοποιεί. Για τα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης που στοχεύουν να πωληθούν σε καταστήματα, πέρα από τον κίνδυνο υγείας για το καταναλωτικό κοινό, μπορεί να υπάρχουν οικονομικές ζημίες από τη δυσφήμηση της εταιρίας, την ανάκληση όλων των τεμαχίων της ίδιας παρτίδας και τον επανασχεδιασμό του προϊόντος ώστε να εξασφαλίζεται η μη ανάπτυξη μικροβίων.
Έτσι λοιπόν οι παρασκευαστές καλλυντικών, χρησιμοποιούν αποτελεσματικά συντηρητικά, σε ποσοστά τέτοια που εξασφαλίζουν τη βέλτιστη συντήρηση και είναι κάτω από το ανώτατο όριο που ορίζει η σχετική νομοθεσία. Τα αποτελεσματικά συντηρητικά είναι αυτά που εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των μικροβίων και δεν επιτρέπουν την αλλοίωση του προϊόντος και την πρόκληση βλάβης στο χρήστη.
Τα συντηρητικά που χρησιμοποιούνταν πριν το 1900 ήταν το βενζοϊκό νάτριο, η φαινόλη, η κρεσόλη, η φορμαλδεΰδη. Αυτά τα συντηρητικά βιομηχανικής χρήσης είχαν προβλήματα διαλυτότητας, οσμής, αλληλεπιδράσεων με τα συστατικά, αποτελεσματικότητας και άλλα. Αυτά τα ζητήματα απαιτούσαν λύσεις και αναζητήθηκαν άλλα, περισσότερο βολικά και αποτελεσματικά συντηρητικά.
Η έρευνα και η συνθετική χημεία οδήγησαν στην παραγωγή συνθετικών χημικών ενώσεων με πολύ καλύτερα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά, περισσότερο συμβατά με τα συστατικά των καλλυντικών. Αναπτύχθηκαν οι εστέρες του π-υδροξυ βενζοϊκού οξέος που είναι γνωστοί ως πάραμπενς και χρησιμοποιήθηκαν ως τα βέλτιστα μέσα συντήρησης καλλυντικών προϊόντων. Άλλα συνθετικά συντηρητικά που χρησιμοποιούνται σήμερα, είναι η φαινοξυαιθανόλη, ιμιδαζολιδίνυλο-ουρία (imidazolidinyl urea) και διαζολιδίνυλο-ουρία (diazolidinyl urea), DMDM υδαντοΐνη, μεθυλισοθειαζολινόνη, και άλλα.
Τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας του ότι κάποια συνθετικά συντηρητικά κατηγορήθηκαν για τοξικότητα, ορμονομιμητική δράση και άλλες ανεπιθύμητες δράσεις, γίνεται προσπάθεια αντικατάστασής τους από άλλες χημικές ενώσεις που συναντώνται στη φύση και έχουν αντιμικροβιακές ιδιότητες.
Η χρήση «φυσικών συντηρητικών» ή η μη ύπαρξη συντηρητικών σε ένα καλλυντικό προϊόν, δεν σημαίνει ότι το κάνει περισσότερο ασφαλές από ένα προϊόν που περιέχει συνθετικά συντηρητικά. Τα συντηρητικά εισάγονται στα καλλυντικά για να μας προστατεύσουν από τα μικρόβια που θα αναπτυχθούν αναπόφευκτα στα περισσότερα καλλυντικά προϊόντα. Από την άλλη, αυτές οι χημικές ενώσεις, είτε φυσικές, είτε χημικές, που δρουν κατά των κυττάρων των μικροβίων, μπορεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να επηρεάζουν τα ανθρώπινα κύτταρα και τις λειτουργίες τους. Οι παρασκευαστές οφείλουν να εκτιμήσουν την πιθανότητα ανάπτυξης μικροβίων στο προϊόν που παράγουν (challenge test), να επιλέξουν το περισσότερο ασφαλές και κατάλληλο σχήμα συντήρησης, ώστε να ελαχιστοποιείται η απειλή της υγείας του ανθρώπου από το προϊόν και τα συστατικά του.
Το αν ένα συντηρητικό παράγεται στη φύση ή παράγεται συνθετικά, δεν αποτελεί κριτήριο ποιότητας και ασφάλειας. Αυτά που επηρεάζουν ουσιαστικά την καταλληλόλητα χρήσης ενός συντηρητικού, είναι η αποτελεσματικότητα του κατά των μικροβίων, η συμβατότητα με τα συστατικά του προϊόντος και το προφίλ ασφάλειά του που προκύπτει από τα χρόνια χρήσης του και τις τοξικολογικές μελέτες που έχουν γίνει μέχρι πρόσφατα. Αυτά είναι χαρακτηριστικά που καταναλωτικό κοινό δεν μπορεί να εκτιμήσει.
Παρά του ότι οι καταναλωτές σε μεγάλο βαθμό εμπιστεύονται την τεχνογνωσία και την ηθική των παρασκευαστών, έχουν την ευθύνη να είναι ενημερωμένοι, να αναζητούν πληροφορίες για τα προϊόντα που καταναλώνουν, και να ωθούν τους εμπλεκόμενους στην παραγωγή και τη νομοθεσία, να είναι περισσότερο ουσιαστικοί και προσεκτικοί σε ότι αφορά τη σύνθεση και προώθηση πρώτων υλών και προϊόντων.
Με βάση τα κινήματα που γίνονται κατά καιρούς, όπως αυτό για καλλυντικά «χωρίς συντηρητικά» (no preservatives) ή χωρίς παραμπεν (paraben free), γίνεται προσπάθεια από τους παρασκευαστές καλλυντικών να παραχθούν καλλυντικά με κατάλληλη επιλογή συστατικών που δρουν συνεργιστικά και δημιουργούν ένα εχθρικό περιβάλλον για τα μικρόβια. Άλλοι κατασκευαστές χρησιμοποιούν συστατικά όπως τα αιθέρια έλαια ή άλλες ουσίες, που δεν κατηγοριοποιούνται με βάση τη νομοθεσία ως συντηρητικά, έχουν όμως αντιμικροβιακή δράση. Έτσι μπορούν να αναγράφουν στις συσκευασίες τη φράση «χωρίς συντηρητικά». Τα συστατικά αυτά που έχουν αντιμικροβιακές ιδιότητες, αλλά δεν κατηγοριοποιούνται ως συντηρητικά, δεν σημαίνει ότι είναι περισσότερο ασφαλή. Μάλιστα κάποιοι παρασκευαστές καλλυντικών χρησιμοποιούν τον όρο «χωρίς συντηρητικά» για να εκμεταλλευτούν το καταναλωτικό αίσθημα, με το ψεύτικο συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι του ανταγωνισμού. (Εύστοχη η σχετική επιχειρηματολογία στο άρθρο εδώ).
Εχθρικό περιβάλλον για τα μικρόβια στα καλλυντικά, μπορεί να επιτευχθεί με τη μείωση της υγρασίας (ή της ενεργότητας του νερού), με τη μεταβολή του pH, με τη χρήση αλκοόλης, επιφανειδραστικών ουσιών και άλλων που εμποδίζουν την ανάπτυξη μικροβίων. Αυτά όμως, μεταβάλλουν τη σύσταση και μάλιστα κάποιες φορές πρέπει να γίνουν δραστικές μεταβολές, οπότε το προϊόν δεν έχει πλέον την ίδια μορφή και τις ίδιες λειτουργικές ιδιότητες.
Παρεμπόδιση της επιμόλυνσης του καλλυντικού από μικρόβια, μπορεί να γίνει με χρήση αποστειρωμένων συσκευασιών και με ειδικού τύπου συσκευασίες. Αυτές εμποδίζουν την επαφή με το περιβάλλον και το χρήστη, όπως τα σωληνάρια, οι δοσομετρικές αντλίες και τα σπρέι.
Στην αγορά υπάρχουν πολλά συστατικά που σε συνδυασμό με παραδοσιακά συντηρητικά (βενζοϊκό νάτριο, σορβικό κάλιο, και άλλα), μπορούν να προστατεύουν ικανοποιητικά κάποιο καλλυντικό. Συστατικά που μπορεί να προστατεύουν το προϊόν είναι το εκχύλισμα των σπόρων του γκρέιπφρουτ, η γλυκονολακτόνη (έχει και ενυδατικές ιδιότητες), το αιθέριο έλαιο τεϊόδεντρου (με μειονέκτημα την οσμή), το ουρσινικό οξύ (μπορεί να δώσει μπλε χρώμα στο προϊόν) που είναι αποτελεσματικό κυρίως στα θετικά κατά Gram βακτήρια (π.χ. σταφυλόκοκκοι), οι γλυκόλες όπως η καπρυλική γλυκόλη, εξιλενογλυκόλη. Δυστυχώς και εδώ απαιτούνται συμβιβασμοί και τροποποιήσεις στις συνθέσεις γιατί μπορεί να εμφανιστούν ζητήματα οσμής, αποχρωματισμού του προϊόντος, ενώ μπορεί να προκαλούνται από αυτές τις ουσίες αλλεργικές αντιδράσεις και ερεθισμοί. Περισσότερες πληροφορίες για τη νομοθεσία και τα συντηρητικά εδώ.
Καθώς το θέμα της συντήρησης των καλλυντικών είναι πολύ σημαντικό, υπάρχουν ερωτήσεις πιστοποίησης γύρω από αυτό, για τους μελλοντικούς επαγγελματίες που εμπλέκονται με τα καλλυντικά όπως είναι οι παρασκευαστές, οι βοηθοί φαρμακείου, οι αισθητικοί και οι ποδολόγοι. Παρακάτω ακολουθεί απάντηση σε σχετική ερώτηση πιστοποίησης.
Τεχνικός φαρμάκων Καλλυντικών και παρεμφερών προϊόντων. Ερώτηση Πιστοποίησης 102Β. Ποιες είναι οι απαιτούμενες ιδιότητες ενός συντηρητικού; και 131Β Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τη δραστικότητα των συντηρητικών.
Βοηθός Φαρμακείου Ερώτηση Πιστοποίησης 89. Ποιες ιδιότητες πρέπει να έχει ένα συντηρητικό για να θεωρείται ιδανικό; και 329. Ποιοι είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν τη δραστικότητα των συντηρητικών.
Τεχνικός Αισθητικής Τέχνης και Μακιγιάζ. Ερώτηση πιστοποίησης 10Α. Αναφέρατε επιγραμματικά τις ιδιότητες που πρέπει να έχουν τα συντηρητικά των καλλυντικών προϊόντων.
Αισθητικός Ποδολογίας και καλλωπισμού ποδιών. Ερώτηση Πιστοποίησης 25/Ομάδα 3. Ποιες ιδιότητες πρέπει να έχει ένα συντηρητικό που θα χρησιμοποιηθεί σε ένα καλλυντικό προϊόν; Να αναφέρετε τους παράγοντες που επηρεάζουν τη δραστικότητα των συντηρητικών.
Οι ιδιότητες που πρέπει να έχει ένα συντηρητικό είναι:
- Να μην επηρεάζει τα άλλα συστατικά του καλλυντικού και τις οργανοληπτικές ιδιότητες του φαρμάκου και του καλλυντικού.
- Πρέπει να είναι αποτελεσματικό σε όσο το δυνατό περισσότερα είδη μικροοργανισμών (μεγάλο εύρος δράσης), να είναι αποτελεσματικό για μεγάλο χρονικό διάστημα και σε μικρά ποσοστά συγκέντρωσής στο προϊόν.
- Αν υπάρχουν δύο φάσεις (ελαιώδη και υδατική) τότε η κατανομή του στη υδατική φάση, πρέπει να είναι σε ποσότητα που να είναι αποτελεσματικό.
- Να μην έχει αρνητικές επιδράσεις στον άνθρωπο στα ποσοστά χρήσης του.
- Να είναι οικονομικό.
Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη δραστικότητα των συντηρητικών των καλλυντικών είναι:
- Tο pH του καλλυντικού,
- τα συστατικά που περιέχονται στο καλλυντικό και ενισχύουν (π.χ. EDTA) ή παρεμποδίζουν τη δράση του
- η σταθερότητα του συντηρητικού μέσα στο καλλυντικό κατά την αποθήκευση
- η διαλυτότητα συντηρητικού στην υδατική φάση.
