Το Μανδράκι Σερρών είναι ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Μπέλες με χαμηλό υψόμετρο (κάτω από 100 μέτρα). Το Μπέλες αποτελεί σύνορο της Ελλάδας με τη Βουλγαρία το οποίο προστατεύει το χωριό από τους βοριάδες. Στα πόδια του έχει εύφορο κάμπο που ποτίζεται από το νερό που κατεβαίνει από το βουνό καθώς λιώνουν τα χιόνια του χειμώνα. Από το νερό αυτό υδρεύεται το χωριό και γίνεται η άρδευση των κήπων και των χωραφιών, ενώ ότι περισσεύει καταλήγει στη λίμνη Κερκίνη που βρίσκεται νότια του χωριού όπου βρίσκεται και το λιμανάκι που δίνει πρόσβαση στη λίμνη. Η τεχνητή αυτή λίμνη, που το φράγμα της βρίσκεται στο Λιθότοπο Σερρών, την άνοιξη πλημμυρίζει τα εύφορα χωράφια που θυσιάζονται για την άρδευση του κάμπου των Σερρών, ενώ παράλληλα αποτελεί ένα υδάτινο καταφύγιο και υδροβιότοπος για πολλά ζώα. Είναι καταφύγιο για διάφορα πουλιά που έρχονται από τον ψυχρό βορρά για να ξεχειμωνιάσουν, ή έρχονται από τον θερμότερο νότο για να περάσουν δροσερά καλοκαίρια. Ο επισκέπτης μπορεί να τα παρατηρήσει και να ακούσει τους ήχους τους που συνοδεύουν το όμορφο τοπίο.
Η λίμνη Κερκίνη φιλοξενεί τον υδροβούβαλο που εκτρέφεται από κτηνοτρόφους στην περιοχή, όπως τον Πέρη και την Πάση. Τα βουβαλίσια προϊόντα που παράγονται τα διαθέτουν σε όλη την Ελλάδα όπως το κάνει με επιτυχία η επιχείρηση «Μπόρα» που βρίσκεται στο κοντινό χωριό τη Λιβαδιά. Πριν δεκαετίες στο χωριό, κάθε οικογένεια συντηρούσε μια τουλάχιστον αγελάδα για να καλύπτει τις ανάγκες σε γαλακτοκομικά προϊόντα (γάλα, βούτυρο και γιαούρτι), τώρα υπάρχουν μια-δύο μόνο οικογένειες που έχουν αγελάδες, ενώ υπάρχουν μερικοί (τρεις-τέσσερεις) κτηνοτρόφοι αιγοπροβάτων.
Στο παρελθόν, πριν και μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, οι περισσότεροι Μανδρακιώτες καλλιεργούσαν κηπευτικά, ενώ περίφημη ήταν η «ντομάτα Μανδρακίου» που μεταφερόταν με το τρένο από το σταθμό του Μανδρακίου στη Θεσσαλονίκη και στη Γερμανία. Τώρα οι περισσότεροι κάτοικοι είναι ηλικιωμένοι συνταξιούχοι και οι λιγοστοί εργαζόμενοι, πέρα από την κτηνοτροφία, ασχολούνται με τη γεωργία και κυρίως με την καλλιέργεια καρυδιών. Στις προηγούμενες δεκαετίες οι κάτοικοι του χωριού καλλιεργούσαν φουντουκιές (λεπτοκαρυές) που εξαιτίας του χαμηλού ενδιαφέροντος από τους εμπόρους, οι περισσότεροι τις ξεριζώσανε και εγκατέλειψαν αυτή την καλλιέργεια. Τώρα οι νεότεροι φαίνεται να επιστρέφουν δειλά στην καλλιέργεια της φουντουκιάς.
Το χωριό κατά την οθωμανική αυτοκρατορία ονομαζόταν Μάντρατζικ εξαιτίας ενός τείχους που υπολείμματά του υπάρχουν έξω από το χωριό, εκεί που τώρα είναι τα κοιμητήρια του χωριού. Ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων είναι πρόσφυγες που ήραν γύρω στα 1924 από την περιοχή της Τραπεζούντας ή άλλες περιοχές και εγκαταστάθηκαν αρχικά στα κτίσματα των Τούρκων οι οποίοι τα εγκατέλειψαν με την ανταλλαγή πληθυσμών. Σύντομα όμως χτίσανε τα δικά τους διώροφα σπίτια με τη χαρακτηριστική αρχιτεκτονική που έχουν τα σπίτια του χωριού σήμερα. Πιο ψηλά προς το βουνό, εγκαταστάθηκαν θρακιώτες πρόσφυγες στο χωριό Πετρινό, το οποίο εγκατέλειψαν σχετικά γρήγορα και χτίσανε τα σπίτια τους στο Μανδράκι. Κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο αρκετές οικογένειες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους εξαιτίας της βουλγαρικής κατοχής και να καταφύγουν σε Γερμανοκρατούμενες περιοχές, ενώ αργότερα όταν επέστρεψαν με την απελευθέρωση, ταλαιπωρήθηκαν κατά τον εμφύλιο πόλεμο λόγο της θέσης του χωριού και της σημασίας της περιοχής. Απέναντι από το Μπέλες και μετά τη λίμνη είναι τα Κρούσια όρη που τραγουδήθηκαν από τους πόντιους αντάρτες που πιάστηκαν αιχμάλωτοι στα Κρούσια, αλλά και από τραγωδοποιούς που τους είδαν να σκοτώνονται στο Μπέλες (Απάν σο Μπέλες) κατά τον ανταρτοπόλεμο. Μετά το 1950 πολλοί κάτοικοι έφυγαν εργάτες στη Γερμανία και οι περισσότεροι επέστρεψαν χρόνια μετά ως συνταξιούχοι, ενώ οι απόγονοι εξακολουθούν να εργάζονται εκεί. Κατά την περίοδο της κρίσης (2008-2018), ένα ακόμα κύμα μετανάστευσης στη Γερμανία, μείωσε ακόμα περισσότερο το ήδη λιγοστό ενεργό- εργασιακά- δυναμικό του χωριού.
Το χωριό το διασχίζει ο δημόσιος δρόμος που ενώνει το Κιλκίς με την πόλη των Σερρών. Πάνω σε αυτό το δρόμο θα δείτε τη μικρή, αλλά περιποιημένη εκκλησία του χωριού και κάποιες μικρές επιχειρήσεις. Ο Τάκης έχει το τοπικό μπακάλικο όπου μπορεί να προμηθευτεί κανείς, πέρα από είδη μπακαλικής, αναψυκτικά, ψωμί και τσιγάρα. Η βούλα και ο Γιώργος έχουν το καφενείο του χωριού, όπου ο επισκέπτης μπορεί να πιεί τον καφέ του ή να «τσιμπήσει» κάτι. Το ζείδωρον είναι ενοικιαζόμενα δωμάτια που ίσως λειτουργούν κατόπιν συνεννόησης. Από το δημόσιο δρόμο, στο φανάρι, μπορεί να πάρει κανείς τον ανηφορικό δρόμο και να φτάσει εκεί που ήταν παλιά το χωριό Πετρινό. Αν συνεχίσει τον ανήφορο, λίγο πιο πάνω, θα βρει τον αποταμιευτήρα νερού, ενώ αν πάρει τον χωματόδρομο ανατολικά (δεξιά από το εγκαταλελειμμένο δημοτικό αναψυκτήριο) θα δει την εκκλησία του προφήτη Ηλία, το μόνο κτίσμα που έμεινε από το Πετρινό. Αν συνεχίσει στον ίδιο χωματόδρομο, σε 2-3 χιλιόμετρα ανατολικά, θα βρει το γυναίκειο ησυχαστήριο του Τιμίου Προδρόμου που είναι μετόχι της μονής Ξενοφώντος του Αγίου Όρους. Από το ησυχαστήριο μπορεί να κατηφορίσει στο διπλανό χωριό, το Ακριτοχώρι, όπου υπάρχουν ταβέρνες για φαγητό.
Το φθινόπωρο, στις 8 Σεπτεμβρίου στα γενέθλια της Παναγίας, γιορτάζει η εκκλησία του Μανδρακίου και οι γυναίκες του χωριού παρασκευάζουν εδέσματα που μοιράζουν στην εκκλησία. Ο επισκέπτης μπορεί να περιπλανηθεί στους δρόμους του χωριού και να δει τα παλιά σπίτια και τις όμορφες μεγάλες αυλές με τα λουλούδια και τα κηπευτικά που συνεχίζουν να καλλιεργούν για να καλύψουν τις ανάγκες του σπιτιού.
Κατά τη γνώμη μου η ωραιότερη εποχή για να επισκεφτεί κανείς το χωριό είναι τον Απρίλιο ή αρχές Μαΐου, όταν όλα γύρω είναι πράσινα. Μπορεί να περπατήσει μέχρι το λιμανάκι στη λίμνη και να κάνει βαρκάδα (αν φροντίσει να φέρει τη βάρκα του). Στο δρόμο για τη λίμνη μπορει να δει το κτίσμα του σταθμού του τρένου με το σπίτι του σταθμάρχη που αφήνεται να ρημάζει και προκαλεί θλίψη στον επισκέπτη, όμως θα χαρεί να μαζέψει όμορφο χαμομήλι που ανθίζει στους αγρούς για να το αποξηράνει για το χειμώνα και άγρια χόρτα όπως ραδίκια, μαστιχιές και παπαρούνες για σαλάτα.
