
Οι ίνες βαμβακιού παράγονται από τον καρπό του φυτού βαμβάκι που συναντάται σε διάφορες ποικιλίες. Συνήθως καλλιεργούνται μονοετείς ποικιλίες αν και υπάρχουν πολυετείς όπως αυτές της Βραζιλίας. Οι μεγάλοι παραγωγοί είναι η Κίνα (πρώτη σε παραγωγή), η ΗΠΑ, η Ινδία, το Πακιστάν, η Βραζιλία, η Τουρκία, η Ελλάδα, η Αυστραλία, η Αίγυπτος κ.α. Η Ελλάδα είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός βαμβακιού στην Ευρώπη με βαμβάκι πολύ καλής ποιότητας.
Πριν την εφεύρεση των εκκοκκιστικών μηχανημάτων (Eli Whitney το 1793) το βαμβάκι δεν θεωρούνταν αξιόλογη υφαντική ίνα και χρησιμοποιούνταν για ένδυση από τους φτωχούς πληθυσμούς. Με την βιομηχανική επανάσταση, εντατικοποιήθηκε η καλλιέργεια του βαμβακιού και η βιομηχανική επεξεργασία του, με αποτέλεσμα στις αρχές του 19ου αιώνα το βαμβάκι να κατέχει το 80% της παγκόσμιας κατανάλωσης ινών. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η αυξημένη ζήτηση σε υφάσματα και η αλματώδης ανάπτυξη των συνθετικών ινών είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του μεριδίου των βαμβακερών ινών, ώστε το 2000 οι βαμβακερές ίνες αποτελούσαν μόλις το 40% της παγκόσμιας κατανάλωσης υφάνσιμων ινών.
Το βαμβάκι αφού ωριμάσει συλλέγεται, είτε με τα χέρια, είτε με μηχανές. Στα εκκοκκιστήρια γίνεται η αφαίρεση των σπόρων, που είναι περίπου το 62% του βάρους του ακατέργαστου βαμβακιού και χρησιμοποιούνται για την παραγωγή του βαμβακελαίου και της βαμβακόπιτας. Οι ίνες βαμβακιού είναι το 35% του ακατέργαστου βαμβακιού, που θα χρησιμοποιηθούν για κατασκευή νημάτων και υφασμάτων.
Σημαντικοί παράγοντες ποιότητας βαμβακιού είναι ο βαθμός ωρίμανσης του και η ποικιλία του. Το βαμβάκι Αιγύπτου και sea-island έχουν ιδιαίτερη γυαλάδα και λευκότητα, το βαμβάκι Upland δίνει βαμβάκι μέτριας ποιότητας, ενώ το βαμβάκι Βραζιλίας είναι σκουροκίτρινο με δυσκολίες λεύκανσης.
Καθώς η ίνα βαμβακιού ωριμάζει, στρέφεται και παίρνει ελικοειδές σχήμα όπως φαίνεται στην εικόνα. Η ώριμη ίνα του βαμβακιού αποτελείται από το εξωτερικό περίβλημα, το εσωτερικό και τέλος καταλήγει σε ένα κενό χώρο που λέγεται καινοτόπιο. Το εξωτερικό και εσωτερικό τοίχωμα της ίνας αποτελείται από πλήθος ινίδια (fibrils), ενώ η κάθετη τομή της ίνας βαμβακιού δείχνει την ύπαρξη του κενού χώρου εσωτερικά. Το εξωτερικό περίβλημα είναι καλυμμένο με κηρώδες υλικό που πρέπει να αφαιρεθεί για να βαφεί η ίνα.
Ένα άλλο ποιοτικό χαρακτηριστικό της ίνας βαμβακιού είναι το μήκος της. Από 10 χιλιοστά μήκος και πάνω μπορεί να νηματοποιηθεί ενώ μπορεί να φτάσεις και τα 56 χιλιοστά που δίνει η ποικιλία sea-island. Η λεπτότητά της μπορεί να είναι μεταξύ 1-4 dtex. Οι λεπτότερες και μακρύτερες ίνες παράγουν λεπτά μαλακά υφάσματα με φυσική γυαλάδα. Μικρού μήκους και ανώριμες ίνες παράγουν χαμηλής ποιότητας υφάσματα. Επίσης ο κυματισμός της ίνας βοηθάει στο να συμπλέκονται οι ίνες ευκολότερα για να κατασκευαστούν οι κλωστές και τα νήματα.
Οι ίνες βαμβακιού έχουν χαμηλή ελαστικότητα, συγκρατούν υγρασία κάτι που τις κάνει ακατάλληλες για ρούχα που θέλουμε να στεγνώνουν γρήγορα όπως τα μαγιό, αλλά είναι κατάλληλες για τη χρήση σε πετσέτες και σε εσώρουχα γιατί απορροφούν την υγρασία και τον ιδρώτα.
Σε ότι αφορά τη χημική σύσταση, το βαμβάκι, όπως και οι άλλες ίνες φυτικής προέλευσης, αποτελούνται κυρίως απο κυτταρίνη. Η αυξημένη υγρασία στην ίνα ευνοεί την ανάπτυξη μυκήτων. Η ώριμη ίνα βαμβακιού αποτελείται από:
Κυτταρίνη περίπου 85-89%
υγρασία περίπου 7-8%
λιπαρές ύλες περίπου 0,5-1%
πρωτεΐνες, πηκτίνες, χρωστικές 2-4%
ανόργανες ύλες 0.5-1%
Μετά τον καθαρισμό του βαμβακιού αυτό που απομένει είναι καθαρή κυτταρίνη με το λογικό ποσοστό υγρασίας.
