Το σάκχαρο που βρίσκεται διαλυμένο στο αίμα είναι η γλυκόζη. Αυτή ταξιδεύει σε όλα τα σημεία του σώματος και δίνει την απαραίτητη ενέργεια στα κύτταρα για να συνθέσουν και γενικά να διεξάγουν όλες τις απαραίτητες λειτουργίες για τη ζωή. Η ποσότητα της γλυκόζης στο αίμα σε φυσιολογικά επίπεδα, είναι γύρω στα 90 mg/dl. Όταν τρώμε υδατάνθρακες αυξάνει η γλυκόζη στο αίμα και εκκρίνεται μία ορμόνη, η ινσουλίνη, που ενεργοποιεί τη σύνθεση γλυκογόνου. Η σύνθεση γλυκογόνου ονομάζεται γυκογονογένεση.
Σε κατάσταση νηστείας (όταν δεν τρώμε) όπου συμβαίνει μείωση της γλυκόζης στο αίμα, εκκρίνεται η γλυκαγόνη. Η γλυκαγόνη είναι μια ορμόνη (πεπτιδορμόνη) που ενεργοποιεί τη διάσπαση γλυκογόνου για την παραγωγή της γλυκόζης, η οποία διοχετεύεται στο αίμα και αυξάνεται η συγκέντρωσή της (ρύθμιση στα φυσιολογικά επίπεδα). Η διάσπαση του γλυκογόνου για την παραγωγή γλυκόζης ονομάζεται γλυκογονόλυση.
Αν η γλυκόζη που εισέρχεται με την τροφή είναι σε μεγάλες ποσότητες, τότε πέρα από τη σύνθεση γλυκογόνου, μέρος της μετατρέπεται σε λίπος που αποθηκεύεται στους ιστούς. Σε περίπτωση που δεν καταναλώνουμε σάκχαρα με την τροφή, τότε το λίπος και άλλα μόρια χρησιμοποιούνται για την παραγωγή της απαραίτητης ποσότητας γλυκόζης που πρέπει να κυκλοφορεί στο αίμα. Η παραγωγή γλυκόζης από μη υδατανθρακικά μόρια ονομάζεται γλυκονεογένεση.
Τα παραπάνω αφορούν τον μηχανισμό ομοιόστασης της γλυκόζης.
