Τα μαύρα λάχανα των Ποντίων, που αλλιώς ονομάζονται λαχανίδες (Brassica oleracea ποικιλία acephala), είναι φύλλα ακέφαλων λάχανων που τρώγονται συχνά από τους Έλληνες που κατάγονται από τον Πόντο. Τα μαγειρεύουν με τα φασόλια (λάχανα με τα φασόλια), με χοιρινό, τα κάνουν σαλάτα (γουλία) και σαρμάδες («κοφτάδες» που είναι ένα από τα αγαπητά,γιορτινά φαγητά). Πρόσφατα ανακάλυψα ένα νέο πιάτο, μια γευστική πίτα με μαύρα λάχανα που θυμίζει σπανακόπιτα, αλλά έχει ένα ιδιαίτερο, δικό της χαρακτήρα.
Στα χωριά της μαύρης θάλασσας και στην Ελλάδα, αυτά τα πρωτόγονα ακέφαλα λάχανα που φαίνονται στη φωτογραφία, καλλιεργούνται για περισσότερο από 2000 χρόνια. Οι Ρωμαίοι τα διέδωσαν αργότερα στην υπόλοιπη Ευρώπη και σε περιόδους πολέμων οι λαχανίδες συνέβαλαν στην επιβίωση των λαών. Στην Αμερική έφτασαν με τους Ευρωπαίους όπου εκεί έγινε το λαχανικό των φτωχών πληθυσμών. Αυτοί οι πληθυσμοί, ενώ θα περίμενε κανείς να έχουν προβλήματα υγείας από την περιορισμένη πρόσβαση σε ποιοτική τροφή, αντίθετα ήταν αξιοπρόσεκτα υγιείς. Η καλή αυτή υγεία αποδόθηκε στη συχνή χρήση των λαχανίδων και δόθηκε μεγάλη σημασία στη διατροφική αξία του λαχανικού αυτού (περισσότερες πληροφορίες εδώ).
Οι Έλληνες με καταγωγή από τον πόντο στην Ελλάδα, αλλά και οι Ακρίτες του Πόντου που
εκτουρκίστηκαν, συνεχίζουν να φυτεύουν μαύρα λάχανα και να κάνουν με αυτά παραδοσιακά φαγητά. Οι απόγονοι τους όμως όλο και λιγότερο μαγειρεύουν και απολαμβάνουν αυτά τα φαγητά. Οι υπόλοιποι Έλληνες δεν δείχνουν ενδιαφέρον για να συμπεριλάβουν τα μαύρα λάχανα στη διατροφή τους. Έτσι λοιπόν αφού δεν υπάρχει ζήτηση, τα βρίσκουμε σπάνια στην αγορά.
Τα μαύρα λάχανα πλεονεκτούν έναντι άλλων λαχανικών γιατί καλλιεργούνται εύκολα και δίνουν φύλλα όλο το χρόνο. Αξίζει να προσπαθήσουμε να συμπεριλάβουμε τις λαχανίδες στη διατροφή μας, γιατί πέρα από τα συνήθη μικροθρεπτικά όπως βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, έχουν κάτι ιδιαίτερο που τα κάνει πολύτιμα. Οι λαχανίδες (μαύρα λάχανα, κέιλ) μεταξύ άλλων λαχανικών (όπως τα λαχανάκια Βρυξελλών, το κάρδαμο, τα φύλλα μουστάρδας, το ρεπάνι, το λάχανο, το μπρόκολο, το κουνουπίδι), περιέχουν ουσίες (γλυκοσινολικά όπως την γλυκομπρασικίνη) που κατά το κόψιμο των φύλλων, το μασούλημα τους και με τα κατάλληλα ένζυμα (myrosinase) μετατρέπονται σε άλλες ουσίες (π.χ. I3C) οι οποίες φαίνεται να προκαλούν τη θανάτωση των καρκινικών κυττάρων. Κάποιες μελέτες δείχνουν ότι μειώνουν το οξειδωτικό στρες με τη δέσμευση ελευθέρων ριζών στα κύτταρα, με αποτέλεσμα να μειώνεται ο κίνδυνος εμφάνισης κάποιων τύπων καρκίνου. Επηρεάζουν τα επίπεδα ορμονών φύλου και μειώνουν τις αρνητικές επιδράσεις που μπορεί να έχουν στην ανάπτυξη καρκίνων του στήθους, των ωοθηκών και του προστάτη. Ακόμη βοηθούν στην απομάκρυνση τοξινών και έτσι έχουν προστατευτική δράση για το ήπαρ και το γαστρεντερικό σύστημα. Ειδικά στις μεγάλες ηλικίες φαίνεται να βοηθούν στη βελτίωση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.
